Γιατί λέω και γράφω ιστορίες

(απόσπασμα από την παρουσίαση του βιβλίου του Βαγγέλη Γονιδάκη «μη το γελάς»)

Από μικρό παιδί έψαχνα να βρω την αλήθεια μέσα στο ψέμα. Όχι την πραγματικότητα, μα την αλήθεια, τη φωνή των ανθρώπων μέσα στις ιστορίες και τα παραμύθια, που έφτανε σε μένα σαν το μουρμούρισμα της θάλασσας που τ΄άκουγα πεντακάθαρα, όταν έβαζα το κοχύλι στο αφτί μου. Σ΄ αυτή την αναζήτηση με βοήθησε η γιαγιά μου, απ΄ τη μεριά του πατέρα μου, η Καλίτσα. Αυτή, λοιπόν, η γιαγιά, που με φώναζε «γιοκαράκι μου», με κάθιζε δίπλα της ατελείωτα καλοκαιρινά βράδια και αφού με τάιζε ξινό και για επιδόρπιο κομμάτια από κερήθρα με θυμαρίσιο μέλι, άρχιζε να μου αφηγείται λαϊκά παραμύθια και ιστορίες για στοιχειά και νεράιδες που παίρνουνε το νου και τη φωνή των ανθρώπων που τις συναντούν. Τα πρωινά είχε σειρά ο παππούς. Ο Δημήτρης, ο ιππέας, ο πολεμιστής των βαλκανικών και της Μικράς Ασίας. Άλλοτε καβάλα στο γαιδούρι, πηγαίνοντας για το χωράφι, κι άλλοτε μαζεύοντας μέσα από τ΄αμπέλι τα αυγά που γεννούσαν οι αλλανιάρες κότες, έβλεπα τους μαχητές να ξεχύνονται από το στόμα του παππού και να τρέχουν δίπλα μου. Κι όταν ερχόταν ο χειμώνας, τη σκυτάλη έπαιρνε ο πατέρας μου. Καθισμένος δίπλα στη σόμπα τον άκουγα να μου αφηγείται παιδικά του βιώματα, ιστορίες του εμφυλίου και παραλλαγές των λαϊκών παραμυθιών της γιαγιάς. Μασουλώντας την κηρύθρα, το μυαλό μου κατακλυζόταν από τις αφηγήσεις. Η φαντασία μου κάλπαζε. Το φανταστικό ανακατευόταν με το πραγματικό και ολόκληροι κόσμοι ζωντάνευαν μέσα μου. Μαθητής ακόμα του δημοτικού, άρχισα να λέω τις δικές μου ιστορίες, αλλά και λαϊκά παραμύθια όπως τα είχα βιώσει, μαθητεύοντας χωρίς να το καταλαβαίνω τότε, κοντά σ΄ αυτούς τους ανθρώπους. Πριν από κάμποσα χρόνια μετά από μια αφήγηση ιστορίας μου σε μια οικογενειακή γιορτή, ο πατέρας μου με ρώτησε πως αισθάνομαι και εγώ χωρίς να το πολυσκεφτώ, του απάντησα, «νοιώθω σαν να είμαι πιο ζωντανός, σαν να καθάρισε το αίμα μου και να ξεκάπνισε η ψυχή μου». Κι αυτός μου είπε, «αυτό να κάνεις λοιπόν, να λες πάντα ιστορίες για να καθαρίζει το αίμα σου και η ψυχή σου, να μη σταματήσεις ποτέ».

Δύο ιστορίες μου τις άκουσε πρώτη απ’ όλους, η Σάσα Βούλγαρη, φίλη και δασκάλα μου στην αφήγηση, στα σεμινάριά της «Παραμυθαίομαι» και με παρότρυνε να τις γράψω. Σάσα σε ευχαριστώ. Λίγο αργότερα, φίλοι παραμυθάδες που άκουσαν άλλες ιστορίες που έλεγα, στη «Σχολή αφηγηματικής τέχνης», όπως η Ανθή Θάνου και ο Γιώργος Ευγενικός, μου είπαν να τις βάλω στο χαρτί. Ανθή και Γιώργο σας ευχαριστώ. Όμως αυτό δεν ήταν κάτι απλό.

Θα σας ζητήσω να σκεφτείτε την αρχή. Τότε που ένα βιβλίο δεν είναι παρά μια κόλλα χαρτί και ο συγγραφέας κρατάει το στυλό αμήχανος και κοιτώντας το κενό μπροστά του, αναζητά. Τι να αναζητά άραγε; Τι να σκέφτεται; Θα σας πω. Δεν κοιτάζει το κενό, δεν κοιτάζει το χαρτί. Μέσα του κοιτάζει και αναζητά τον εαυτό του. Μόνο όσοι γράφουν, έχουν ανακαλύψει την ψυχαναλυτική αξία της γραφής. Παίρνεις μια βαθειά ανάσα και βουτάς, κρατώντας το φακό σου στα σκοτεινά βάθη της ψυχής σου. Ψάχνεις κάθε γωνιά, σηκώνεις κάθε πέτρα, κάθε βότσαλο. Σκαλίζεις την ύπαρξή σου και ακούς τους ανέμους της ζωής, που άλλοτε είναι νοτιαδάκια και φέρνουν τραγούδια και γέλια, άλλοτε τραμουντάνες και φέρνουν θρήνους, κι άλλοτε μελτέμια και φέρνουν θυμωμένα ουρλιαχτά. Εκεί στους αέρηδες, βρίσκω τις ιστορίες των ανθρώπων. Τις μαζεύω. Δεν τις επινοώ. Πηγαίνω ξοπίσω από τις ζωές τους και θερίζω αν είναι χωράφι, τρυγάω αν είναι αμπέλι. Βγαίνω στα βράχια τους και μαζεύω από τα λακουβάκια το αλάτι που έχει απομείνει στο πέρασμα της ζωής τους. Γιατί οι ιστορίες είναι απομεινάρια που αφήνει το πέρασμα της ζωής.

Κι αφού τις μαζέψω, τις μεταπλάσω, τις φιλτράρω και τις καθαρίσω, τις ρίχνω στο δισάκι της μνήμης μου και τις κουβαλάω με σεβασμό σ΄αυτούς που μου τις έχουν εμπιστευτεί και προχωράω. Η ζωή με συνεπαίρνει γιατί είναι συναρπαστική. Ξεχνιέμαι, όπως «λειώνει» το παιδί μέσα στο παιχνίδι, και βρίσκομαι ξανά μέσα σε νέες ιστορίες, που θέλω να καταγράψω και να διασώσω. Να τις γλυτώσω από τη λησμονιά και την αφάνεια. Για μια στιγμή σταματάω, και μπροστά μου έχω το λευκό χαρτί. Βουτάω μέσα στη θάλασσα της μνήμης μου, φτάνω στο βυθό και επιλέγω αυτά που αξίζουν να έρθουν μαζί μου στην επιφάνεια.

Είμαι, όμως, εγώ αυτός που γράφει; Πράγματι, δεν θα μπορούσα να μην αναρωτηθώ. Και η απάντηση στο ερώτημα είναι, όχι μόνο. Γιατί ο άνθρωπος που γράφει την ώρα που δημιουργεί, ξεπερνάει τον εαυτό του. Βγαίνει από το καβούκι του καθημερινού ανθρώπου και γίνεται ένας υπερβατικός  άνθρωπος. Ένας άλλος άνθρωπος, που προσπαθεί να επικοινωνήσει με την αλήθεια, με το σύμπαν, με τον συνάνθρωπο. Που πετάει το μπουκάλι με το μήνυμα στη θάλασσα, περιμένοντας να το βρεί ο αναγνώστης και η αναγνώστρια. Αυτόν τον άλλο Βαγγέλη, τον συγγραφικό μου εαυτό, τον αφύπνησε η καλή μου φίλη Κρυσταλία Πατούλη, στο σεμινάριό της «Αφήγηση Ζωής». Η Κρυσταλία έχει κάνει και την επιμέλεια του βιβλίου μου. Κρυσταλία σε ευχαριστώ.

Με γεμάτο το δισάκι ιστορίες ανθρώπων, συνέχισα το ταξίδι μου στη θάλασσα της ζωής. Όταν ξάφνου, μπροστά μου φάνηκε ένας φωτεινός φάρος. Έριξε πάνω μου το φως του και μου φώναξε : «Το νου σου καπετάνιο, τράβα μακρυά από τις ξέρες!». Τον άκουσα, το πήρα «αλα πάντα»  και γλύτωσα. Έριξα άγκυρα δίπλα του και του έδειξα τις ιστορίες μου. Κι αυτός μου είπε : «Μωρέ μπράβο, Βαγγέλη! Αυτά πρέπει να τα διαβάσει ο κόσμος. Θα σου κάνω εγώ έναν πρόλογο». Αυτός ο φωτεινός φάρος που με έσωσε από τις ξέρες είναι ο Βασίλης Βασιλικός. Δάσκαλε, σε ευχαριστώ, που πίστεψες πως θα τα καταφέρω, όταν εγώ ακόμα πάλευα να ξεφύγω από τα βράχια.

Κι ύστερα, καθώς ανοίχτηκα στο πέλαγος, έπεσα πλώρη με πλώρη με έναν άλλο «Ταξιδευτή». Τον Κώστα Παπαδόπουλο, τον εκδότη μου. «Έλα», μου είπε, «ας ταξιδέψουμε παρέα». Πήρε τις γεμάτες σελίδες μου, τις τύπωσε, τις έδεσε σφιχτά, έβαλε κι ένα εξώφυλλο με ένα καραβάκι, σαν κι αυτό που ταξιδεύαμε κι οι δύο, έγραψε στο εξώφυλλο το όνομά μου, κι έφτιαξε ένα βιβλίο. Αυτό ήταν. Οι ιστορίες μου είναι πια ακινητοποιημένες στο χρόνο. Οι ανθρώπινες στιγμές από το παρελθόν είναι εδώ και μπορούμε να τις ζήσουμε ξανά και ξανά. Είναι ένα βιβλίο που το κρατάτε στα χέρια σας και μπορείτε να το ακουμπάτε με ασφάλεια στο γραφείο σας, στο ράφι σας, στο κομοδίνο σας, στη βιβλιοθήκη σας.

Είναι ένα βιβλίο που μέσα του περιέχει ιστορίες που έχουν βασιστεί σε αληθινά γεγονότα. Οι ήρωές μου ήταν και είναι υπαρκτά πρόσωπα, αν και τα ονόματά τους έχουν αλλάξει για ευνόητους λόγους. Για του λόγου το αληθές, θα ήθελα να σας συστήσω την Πόπη και την Άννα, τα δυο μικρά κοριτσάκια της ιστορίας «Ζεσταίνομαι κι εγώ», με δικά τους παιδιά και εγγόνια πια, που με τιμούν σήμερα με την παρουσία τους. Πόπη, Άννα, σας ευχαριστώ που ήλθατε.  Είναι επίσης εδώ η Μαρία, η ηρωίδα του «Γαλακτομπούρεκου». Ο Γιάννης της έχει μπαρκάρει μάγειρας σε ένα ποντοπόρο πλοίο και φτιάχνει το γαλακομπούρεκό του για τους φίλους ναυτικούς. Μαρία, σε ευχαριστώ που ήλθες.   

Στις ιστορίες προσπάθησα να αποτυπώσω την ένταση των συναισθημάτων των αφηγητών την ώρα που μου τις αφηγούνταν και κράτησα όσο μπορούσα αναλλοίωτη την αφηγηματική τους γλώσσα . Τα κατάφερα; Ποιος ξέρει. Εσείς θα μου πείτε.

Ευχαριστώ από καρδιάς τον φίλο Γιάννη Κουτούλια, που εν μέσω προεκλογικής περιόδου και όντας υποψήφιος στο Αιγάλεω, ήλθε στην εκδήλωση και ανέλαβε να μας συντονίσει. Γιάννη, σε ευχαριστώ. Τέλος ευχαριστώ όλους εσάς, τους φίλους μου, που ήλθατε στην παρουσίαση του πρώτου μου βιβλίου «Μη το γελάς»! Ελπίζω να το απολαύσετε!             

Βαγγέλης  Γονιδάκης

Μη το γελάς

 Στις 2 Απριλίου 2019 έγινε παρουσίαση του βιβλίου του Βαγγέλη Γονιδάκη «Μη το γελάς» στην αίθουσα του βιβλιοπωλείου ΙΑΝΟΣ.

Την εκδήλωση συντόνισε ο Γιάννης Κουτούλιας αρχαιολόγος – ιστορικός. Για το βιβλίο μίλησαν ο  Βασίλης Βασιλικόςσυγγραφέας και η Σάσα Βούλγαρηπροφορική αφηγήτρια – ψυχοπαιδαγωγός. Αποσπάσματα από το βιβλίο διάβασε η Σάσα Βούλγαρη.

Αντί άλλης κριτικής για τη συλλογή διηγημάτων «Μη το γελάς» του Βαγγέλη Γονιδάκη ακολουθεί η έγκυρη άποψη μιας εξέχουσας προσωπικότητας των γραμμάτων, του Βασίλη Βασιλικού, όπως διατυπώθηκε στην εκδήλωση:

«Η  λέξη που συνοδεύει συνήθως το πρώτο βιβλίο ενός συγγραφέα είναι «πρωτοεμφανιζόμενος» – «πρωτοεμφανιζόμενη» (παλιά το λέγαμε «πρωτόχνουδος» χωρίς το αντίστοιχο θηλυκό γένος καθώς με «χνούδι» εννοούσαμε το πρώτο τρίχωμα στα μάγουλα των εφήβων που αργότερα θα μετεξελισσόταν σε σκληρή γενειάδα). Ωστόσο από το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα με την ανάπτυξη της φωτογραφίας και του κινηματογράφου όπου η εμφάνιση μετρά περισσότερο από το περιεχόμενο, το «πρωτοεμφανιζόμενος» καλύπτει μεν την «πρώτη φορά» που βγάζει κάποιος ένα βιβλίο ή μια ποιητική συλλογή, αλλά δεν υποκρύπτει καμιά αξιολόγηση. Και αφορμή γι’ αυτή την παρατήρηση στάθηκε η δική μου πρώτη φράση του προλόγου στο βιβλίο του Βαγγέλη Γονιδάκη «Μη το γελάς» που με έκανε να αναρωτηθώ τη δεύτερη φορά που το διάβασα τυπωμένο πλέον ως βιβλίο: «Για στάσου, είπα στον εαυτό μου. Ωραία είναι το πρώτο βιβλίο που εκδίδει ο συγγραφέας αυτός. Μα τι έχει προηγηθεί για να γράψει κάποιος τέτοια ολοκληρωμένα, αριστουργηματικά διηγήματα;» Δεν τον ρώτησα ευθέως, αλλά από την κουβέντα που κάναμε κατάλαβα ότι ασχολείται με το γράψιμο από πολύ νέος. Και σεμνός όπως είναι, δίσταζε να βγεί στην λογοτεχνική πιάτσα, αν κάποιος πιο έμπειρος δεν τον έσπρωχνε προς αυτό. Ο κάποιος έτυχε να είμαι εγώ στο μάθημα της Δημιουργικής Γραφής που κάνω εδώ και δύο σχεδόν χρόνια στην «Ανοιχτή τέχνη» του Αλέξανδρου Ασωνίτη και χαίρομαι που οι εκδόσεις «Ταξιδευτής» αγκάλιασαν ακαριαία τα διηγήματά του και σε χρόνο ρεκόρ, σε μια πολύ φροντισμένη και ευανάγνωστη έκδοση, κυκλοφόρησε το βιβλίο.

          Τώρα τι με έκανε να σταθώ στο «Μη το γελάς» και να το διαβάσω δυο φορές. Την πρώτη σαν χειρόγραφο και η δεύτερη ως έντυπο χωρίς κανένα τυπογραφικό λαθάκι. (Πράγμα αρκετά σπάνιο πρέπει να πω). Αυτό που με κέρδισε από την πρώτη φορά και επιβεβαιώθηκε ακόμα περισσότερο τη δεύτερη όπου δεν με απασχολούσε πια η πλοκή, το «στόρυ» που λέμε με τις ανατροπές του, ήταν αυτό που ανέκαθεν πίστευα ότι δηλαδή εκείνο που μετρά όχι μόνο στην ποίηση αλλά και στην πεζογραφία είναι η γλώσσα, δηλαδή το ύφος, το στυλ, του συγγραφέα.

          Στο βιβλίο του Γονιδάκη, κατ’ αρχήν δεν υπάρχει ούτε μια λέξη περιττή. Η κάθε λέξη, ακόμα και οι ιδιωματικές, της ναυτοσύνης και της ντοπιολαλιάς (που ο αναγνώστης βρίσκει την ερμηνεία τους με το γλωσσάρι στο τέλος του βιβλίου) είναι οι πρέπουσες γιατί σηματοδοτούν το χρόνο, τον τόπο και την εποχή όπου ξετυλίγεται η δράση της αφήγησης. Μόνο ο Παπαδιαμάντης και ο Ελύτης αναφέρονται από μία και μοναδική φορά στο όλο κείμενο. Κι αυτό γιατί ο μεν πρώτος είναι νησιώτης των Βορείων Σποράδων κι ο δεύτερος ο υμνωδός του κυκλαδίτικου Αιγαίου, καθώς στη Κύθνο των Κυκλάδων γεννήθηκε ο συγγραφέας που τιμούμε απόψε.

           Θα μου επιτρέψετε να σας διαβάσω τρία μικρά αποσπάσματα από τον πρόλογό μου που υπάρχει στο βιβλίο:

           Η συλλογή διηγημάτων του πρωτοεμφανιζόμενου Βαγγέλη Γονιδάκη «Μη το γελάς» απαρτίζεται από δύο ενότητες:  στην πρώτη η ναυτοσύνη, η θάλασσα με τους κινδύνους που εγκυμονεί, και το βουνό με τους δικούς του όταν σκεπάζεται από τρία μέτρα χιόνι (και τα τέσσερα με μια γραφή λιτή που όμως σε συνταράζει με το «Τραγικό νόημα της ζωής» κατά τον Ισπανό Μιγκουέλ Ουναμούνο) και η δεύτερη ενότητα, ανάλαφρη και σαρκαστική ταυτόχρονα, αναμοχλεύει αυτό που παλιά το λέγαμε «ηθογραφία» , ενώ σήμερα – που  οι «αγροτοπολίτες» των πόλεων επιστρέφουν στο χωριό όπου γεννήθηκαν μόνο για τις καλοκαιρινές διακοπές τους, στα εξοχικά που έχτισαν εκεί ή στα πατρώα οικήματα που  αναπαλαίωσαν – δεν μπορεί να υπάρξει ηθογραφική γραφή αντίστοιχη του παρελθόντος καθώς  τηλεόραση,  διαδίκτυο, κινητά και  αυτοκίνητα κανοναρχούν τη ζωή μας. Οπότε με την μεσολάβηση  του «χρόνου» αλλάζει και το σκηνικό: ηθογραφική πια  μπορεί να είναι  μόνο η μνήμη.

            Κι από τη μνήμη αυτή  αντλεί ο ταλαντούχος συγγραφέας περιστατικά που τον σημάδεψαν  (όπως τα άκουσε μικρός από τους προγόνους του) και μας τα αφηγείται  σαν παραμυθίες.          

             Τα διηγήματα αυτά της δεύτερης ενότητας λειτουργούν σαν αντίποδας στο  «Τραγικό νόημα της ζωής» του Ουναμούνο . Ανήκουν στο  «Κωμικό νόημα της ζωής»,  με την αριστοφανική έννοια της κωμωδίας. Οι δυο ενότητες του βιβλίου, τόσο αντίθετες μεταξύ τους, θυμίζουν το στίχο του τραγουδιού «να γελάς και να κλαίς βράδι και πρωί». Γι’ αυτό κι ο τίτλος «Μη το γελάς» εμπεριέχει τελικά και τα δύο. Και το γέλιο και το δάκρυ.

            Είμαι σίγουρος ότι αν υπήρχε δυνατότητα σύνδεσης με τον Παράδεισο του Υπερπέραν, τα διηγήματα αυτά πολύ θα άρεζαν στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, Εκείνος απ’ τη Σκιάθο, ο επίγονος Γονιδάκης από την Κύθνο. Αμφότεροι νησιώτες. Ο ένας κοσμοκαλόγερος. Ο άλλος κοσμογυρισμένος, με την ίδια νοσταλγία του πρώτου για το γενέθλιο νησί.»

Ευχόμαστε «καλοτάξιδο» και περιμένουμε ανυπόμονα το επόμενο.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΤΑΞΙΔΕΥΤΗΣ.

Λ. Ζαμπέτας

Το δέντρο στη ρίζα του στηρίζεται και με αυτήν τρέφεται. Σαν αποκόψεις τη ρίζα του δέντρου, το δέντρο μαραίνεται, ξεραίνεται, πέφτει.*

«Πριν από την παρουσίαση του  ημερολογίου με θέμα: το λαογραφικό μουσείο του χωριού, θα μου επιτρέψετε να κάνω ένα μικρό πρόλογο, που εγώ τον θεωρώ πολύ σημαντικό.

Όπως γνωρίζετε – τουλάχιστον οι περισσότεροι – γεννήθηκα και μεγάλωσα στα Θερμιά. Μετά το δημοτικό έφυγα για την Αθήνα είτε γιατί δεν υπήρχαν εκεί οι προϋποθέσεις σταδιοδρομίας ή για καλλίτερες συνθήκες διαβίωσης, όπως λέγαμε. Οι γονείς μου όμως έζησαν και πέθαναν στο νησί και επομένως  δεν διέκοψα ποτέ την επαφή μου με αυτό. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες είδα πολλά, άκουσα πολλά και κυρίως βίωσα πολλά. Και ξέρετε το βίωμα είναι πολύ ισχυρό πράγμα, γιατί ζεις τα πράγματα στη βάση τους, στην ουσία τους και αυτά περνούν μέσα στο πετσί σου και τα κουβαλάς μαζί σου όπου κι αν πας.

Όταν ήμουνα μικρός, νόμιζα ότι αυτά που ήξερα και κυρίως ο τρόπος που μιλούσαμε, ήτανε λιγάκι χωριάτικα, λίγο -αν θέλετε- επαρχιακά. Μεγαλώνοντας όμως στην πόλη και πηγαίνοντας και κομμάτι σκολειό, κατάλαβα ότι τα πράγματα δεν ήταν έτσι, δεν ήτανε καθόλου έτσι. Κατάλαβα ότι οι άνθρωποι που γεννήθηκαν και έζησαν εκεί έπρεπε να επιβιώσουν και έπρεπε να επιβιώσουν με τα μέσα που τους παρείχε το νησί, δηλαδή με πολλές πέτρες, με λιγότερο χώμα, με λιγοστά δέντρα και με μια απέραντη θάλασσα που τους περικύκλωνε και τους απομόνωνε από τον υπόλοιπο κόσμο.

Καταρχήν άρχισαν να καλλιεργούν τη γη και να εκτρέφουν ζώα για να εξασφαλίσουν τη διατροφή τους. Μετά έπρεπε να έχουν ρούχα και παπούτσια (τσαρούχια) να φορούν και κλινοσκεπάσματα να κοιμούνται και χρησιμοποίησαν τα μαλλιά και τα δέρματα των ζώων τους. Μετά έπρεπε να κτίσουν σπίτια για να μένουν και να περιχαρακώσουν τα χωράφια τους καθώς επίσης να χτίσουν όχτες για να συγκρατήσουν το λιγοστό χώμα για να το καλλιεργούν. Επομένως ανέπτυξαν τη δομική και οικοδομική. Ύστερα έπρεπε να έχουν εργαλεία για τη δουλειά τους, αξίνες, φτυάρια, μηχανισμούς για τους ανεμόμυλους και τα λιοτρίβια και τα έφτιαχναν με αυτά που είχαν, με πέτρες και ξύλα. Έπρεπε να έχουν μέσα και αντικείμενα για τη καθημερινότητά τους και ανέπτυξαν την αγγειοπλαστική και τα έφτιαχναν όλα με τα χέρια τους και τη φαντασία του μυαλού τους.

Πέρα από αυτά έπρεπε σαν άνθρωποι να έχουν κοινωνική ζωή και αρχικά έπρεπε να έχουν ένα δικό τους τρόπο να συνεννοούνται. Έτσι έφτιαξαν λέξεις και φράσεις για τη δική τους επικοινωνία και έφτιαξαν αυτό που λέμε σήμερα «ντοπιολαλιά». Για παράδειγμα: Σήμερα λέμε κόλλησα μια ίωση, έχω ρίγος, έχω πονοκέφαλο, έχω πυρετό, έχω συνάχι, βήχα και με πάει και διάρροια. Όλα αυτά εκείνοι τα λέγανε με δυο λέξεις: « μ’ έλεσε το κοιλιοδρόμι ».

Επίσης δημιούργησαν δικούς τους χορούς, δικά τους τραγούδια, θρύλους και παραδόσεις.

Κοντολογίς, οι άνθρωποι εκεί -στην πλειοψηφία τους αναλφάβητοι- έφτιαξαν ένα τοπικό, λαϊκό πολιτισμό. Λαϊκό μεν, πολιτισμό δε. Και οι σύγχρονοι λένε σήμερα, ότι ο πολιτισμός είναι η βαριά βιομηχανία της Ελλάδας.

Και ξαφνικά ήρθε η εξέλιξη, ήρθαν τα ηλεκτρονικά μέσα και το ίντερνετ, ήρθαν σαν λαίλαπα και τα σκόρπισαν όλα στον αέρα. Θα με ρωτήσει –ίσως- κάποιος, είσαι ενάντια στην εξέλιξη;

Όχι βέβαια, φυσικά και δεν είμαι. Η ζωή είναι ένας ζωντανός οργανισμός και πρέπει να αλλάζει, πρέπει να εξελίσσεται. Αν αφήσουμε στην άκρη την ιατρική, τη γενετική και το διάστημα, θα σας δώσω ένα απλό παράδειγμα για να γίνει κατανοητό. Παλιά έγραφε κάποιος ένα γράμμα για το χωριό και έψαχνε να βρει έναν αποστελάρη να του το δώσει να το πάει. Όταν ο παραλήπτης λάβαινε το γράμμα μετά κάμποσες μέρες, αυτά που διάβαζε δεν ήταν πλέον νέα, ήτανε παλιά. Ενώ σήμερα γράφεις ένα γράμμα, πατάς ένα κουμπί και ο άλλος στην άλλη άκρη της γης, το διαβάζει μετά από λίγα δευτερόλεπτα, φρέσκο και ζεστό. Εκπληκτικό. Επίσης κάθεσαι στον καναπέ σου, σχηματίζεις έναν αριθμό στο τηλέφωνο και όχι μόνο μιλάς με τον δικό σου στο εξωτερικό, αλλά τον βλέπεις ταυτόχρονα και αυτό είναι εκπληκτικό. Την ίδια στιγμή όμως, μπορεί ένας παράφρονας να πατήσει ένα κουμπί στη μια άκρη της γης και να ανατινάξει στον αέρα μια ολόκληρη περιοχή στην άλλη άκρη, σκοτώνοντας ανυποψίαστους ανθρώπους, άνδρες, γυναίκες και κυρίως παιδιά, αυτά που αποτελούν τη χαρά και την ελπίδα του κόσμου. Τρομερό.

Γι αυτό η εξέλιξη πρέπει να γίνεται βηματικά, σταδιακά, ώστε να προλαβαίνει ο άνθρωπος να τα μαθαίνει, να τα σμιλεύει και τα αφομοιώνει με τα παλιά, γιατί τα παλιά είναι τα σίγουρα, τα δοκιμασμένα. Επομένως πρέπει να προχωρούμε μπροστά, κοιτάζοντας ταυτόχρονα και πίσω στο παρελθόν. Άλλωστε, κάποιος σοφότερος από μένα έχει πει: Δεν θα δούμε μπροστά, εάν δεν κοιτάξουμε πίσω. Και ένας σύγχρονος φιλόλογος-φιλόσοφος είπε: Δεν πρέπει να αγνοούμε το παρελθόν, γιατί το παρελθόν είναι μια ολόγιομη δεξαμενή, που ο άνθρωπος αντλεί γνώσεις και εμπειρίες για να προχωρήσει προς το μέλλον. Γι αυτό το λόγο θεωρώ ότι η παραδοσιακή μας κληρονομιά είναι πολύ σπουδαία, γιατί αυτή είναι οι ρίζες μας. Και το δέντρο στη ρίζα του στηρίζεται και με αυτήν τρέφεται. Σαν αποκόψεις τη ρίζα του δέντρου, το δέντρο μαραίνεται, ξεραίνεται, πέφτει.

Εδώ τελειώνει ο πρόλογος και προχωρήσουμε στην παρουσίαση του ημερολογίου. Βέβαια, αυτά που θα σας πω, κάποιοι τα γνωρίζετε ίσως καλύτερα από μένα. Ωστόσο, το να τα ξαναβλέπεις και να τα ξαναλές, μόνο καλό κάνει. Κακό κάνει να τα περιφρονείς και πιο πολύ κακό να τα αγνοείς.»

[* Από την εισαγωγική ομιλία του Γιώργου Κ. Λαρεντζάκη (Καϊντιέρη)  για την παρουσίαση του ημερολογίου 2019, με απόψεις του λαογραφικού μουσείου Δρυοπίδας.]

Κοπή Πρωτοχρονιάτικης πίτας – παρουσίαση ημερολογιου 2019

 

Στην εκδήλωση του Συνδέσμου μας για την κοπή της Πρωτοχρονιάτικης πίτας και την παρουσίαση του φετινού ημερολογίου, τα παραδοσιακά κάλαντα τραγουδήθηκαν από σύσσωμο το ΔΣ.

Στο βιολί ο αειθαλής δάσκαλος Φραγκίσκος Τζιωτάκης και στο λαούτο ο Γιαννούλης Γονιδάκης.

Επίσης χόρεψαν οι Ελένη Φλώκη, Άννα Μπουλαμάτση, Μιχάλης Λαρεντζάκης και Ηλίας Ρούκας, μέλη του χορευτικού του εξωρα’ι’στικού συλλόγου Μέριχα.

Βραβεύθηκε η Μαρία Ε. Γονιδάκη, εγγονή του Κώστα του ταχυδρόμου για την εισαγωγή της στην ανώτατη εκπαίδευση.

Την εκδήλωση τίμησαν οι δήμαρχοι Κύθνου και Αιγάλεω και πλήθος πατριωτών.

Το φλουρί της βασιλόπιτας (κόσμημα) ήταν και φέτος, όπως και για πολλά χρόνια,  προσφορά του Παύλου Μαμάση, γιου της Ε. Παναγιωτοπούλου.

Εκ μέρους της συντακτικής ομάδας του ημερολογίου ο Λ. Ζαμπέτας ανέφερε μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Αποτέλεσε ιδιαίτερη τιμή για μένα η συμμετοχή μου στη συντακτική ομάδα του ημερολογίου αλλά και ευθύνη αφενός να συνεχιστεί η παράδοση των επιτυχημένων θεματικών συνδεσμικών ημερολογίων και αφετέρου διότι το φετινό ημερολόγιο είναι αφιερωμένο στο λαογραφικό μας μουσείο που μαζί με την «Σχολάρα» αποτελούν την κορωνίδα των έργων πολιτισμού του Συνδέσμου μας αλλά και σημείο αναφοράς για τη Δρυοπίδα. Να ευχαριστήσω τους Μαριέττα Γεωργούλη, Μανώλη Βιτάλη, Στέλιο Ρουμπεδάκη, Γιώργο Καραχρήστο, Παν. και Απ. Μαυράκη καθώς και τον Γιώργο Λαρεντζάκη τον Κα’ι’ντιέρη, στον οποίο πρέπει να απονεμηθούν τα εύσημα για την περιγραφή των εκθεμάτων στη θερμιώτικη ντοπιολαλιά…». Ακολούθως στην παρουσίαση του λαογραφικού, μέσα από τις σελίδες του ημερολογίου, ο Γιώργος Λαρεντζάκης (Κα’ιντιέρης) με τον γλαφυρό του λόγο «καθήλωσε» το κοινό. Για του λόγου το αληθές παρατίθεται απόσπασμα από την εισαγωγική του ομιλία :

      «Πριν από την παρουσίαση του  ημερολογίου με θέμα: το λαογραφικό μουσείο του χωριού, θα μου επιτρέψετε να κάνω ένα μικρό πρόλογο, που εγώ τον θεωρώ πολύ σημαντικό.

Όπως γνωρίζετε – τουλάχιστον οι περισσότεροι – γεννήθηκα και μεγάλωσα στα Θερμιά. Μετά το δημοτικό έφυγα για την Αθήνα είτε γιατί δεν υπήρχαν εκεί οι προϋποθέσεις σταδιοδρομίας ή για καλλίτερες συνθήκες διαβίωσης, όπως λέγαμε. Οι γονείς μου όμως έζησαν και πέθαναν στο νησί και επομένως  δεν διέκοψα ποτέ την επαφή μου με αυτό. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες είδα πολλά, άκουσα πολλά και κυρίως βίωσα πολλά. Και ξέρετε το βίωμα είναι πολύ ισχυρό πράγμα, γιατί ζεις τα πράγματα στη βάση τους, στην ουσία τους και αυτά περνούν μέσα στο πετσί σου και τα κουβαλάς μαζί σου όπου κι αν πας.

Όταν ήμουνα μικρός, νόμιζα ότι αυτά που ήξερα και κυρίως ο τρόπος που μιλούσαμε, ήτανε λιγάκι χωριάτικα, λίγο -αν θέλετε- επαρχιακά. Μεγαλώνοντας όμως στην πόλη και πηγαίνοντας και κομμάτι σκολειό, κατάλαβα ότι τα πράγματα δεν ήταν έτσι, δεν ήτανε καθόλου έτσι. Κατάλαβα ότι οι άνθρωποι που γεννήθηκαν και έζησαν εκεί έπρεπε να επιβιώσουν και έπρεπε να επιβιώσουν με τα μέσα που τους παρείχε το νησί, δηλαδή με πολλές πέτρες, με λιγότερο χώμα, με λιγοστά δέντρα και με μια απέραντη θάλασσα που τους περικύκλωνε και τους απομόνωνε από τον υπόλοιπο κόσμο.

Καταρχήν άρχισαν να καλλιεργούν τη γη και να εκτρέφουν ζώα για να εξασφαλίσουν τη διατροφή τους. Μετά έπρεπε να έχουν ρούχα και παπούτσια (τσαρούχια) να φορούν και κλινοσκεπάσματα να κοιμούνται και χρησιμοποίησαν τα μαλλιά και τα δέρματα των ζώων τους. Μετά έπρεπε να κτίσουν σπίτια για να μένουν και να περιχαρακώσουν τα χωράφια τους καθώς επίσης να χτίσουν όχτες για να συγκρατήσουν το λιγοστό χώμα για να το καλλιεργούν. Επομένως ανέπτυξαν τη δομική και οικοδομική. Ύστερα έπρεπε να έχουν εργαλεία για τη δουλειά τους, αξίνες, φτυάρια, μηχανισμούς για τους ανεμόμυλους και τα λιοτρίβια και τα έφτιαχναν με αυτά που είχαν, με πέτρες και ξύλα. Έπρεπε να έχουν μέσα και αντικείμενα για τη καθημερινότητά τους και ανέπτυξαν την αγγειοπλαστική και τα έφτιαχναν όλα με τα χέρια τους και τη φαντασία του μυαλού τους.

Πέρα από αυτά έπρεπε σαν άνθρωποι να έχουν κοινωνική ζωή και αρχικά έπρεπε να έχουν ένα δικό τους τρόπο να συνεννοούνται. Έτσι έφτιαξαν λέξεις και φράσεις για τη δική τους επικοινωνία και έφτιαξαν αυτό που λέμε σήμερα «ντοπιολαλιά». Για παράδειγμα: Σήμερα λέμε κόλλησα μια ίωση, έχω ρίγος, έχω πονοκέφαλο, έχω πυρετό, έχω συνάχι, βήχα και με πάει και διάρροια. Όλα αυτά εκείνοι τα λέγανε με δυο λέξεις: « μ’ έλεσε το κοιλιοδρόμι ».

[ Σαν αστείο το είπα, για να γελάσετε και να ξεκουραστείτε ].

Επίσης δημιούργησαν δικούς τους χορούς, δικά τους τραγούδια, θρύλους και παραδόσεις.

Κοντολογίς, οι άνθρωποι εκεί -στην πλειοψηφία τους αναλφάβητοι- έφτιαξαν ένα τοπικό, λαϊκό πολιτισμό. Λαϊκό μεν, πολιτισμό δε. Και οι σύγχρονοι λένε σήμερα, ότι ο πολιτισμός είναι η βαριά βιομηχανία της Ελλάδας.

Και ξαφνικά ήρθε η εξέλιξη, ήρθαν τα ηλεκτρονικά μέσα και το ίντερνετ, ήρθαν σαν λαίλαπα και τα σκόρπισαν όλα στον αέρα. Θα με ρωτήσει –ίσως- κάποιος, είσαι ενάντια στην εξέλιξη;

Όχι βέβαια, φυσικά και δεν είμαι. Η ζωή είναι ένας ζωντανός οργανισμός και πρέπει να αλλάζει, πρέπει να εξελίσσεται. Αν αφήσουμε στην άκρη την ιατρική, τη γενετική και το διάστημα, θα σας δώσω ένα απλό παράδειγμα για να γίνει κατανοητό. Παλιά έγραφε κάποιος ένα γράμμα για το χωριό και έψαχνε να βρει έναν αποστελάρη να του το δώσει να το πάει. Όταν ο παραλήπτης λάβαινε το γράμμα μετά κάμποσες μέρες, αυτά που διάβαζε δεν ήταν πλέον νέα, ήτανε παλιά. Ενώ σήμερα γράφεις ένα γράμμα, πατάς ένα κουμπί και ο άλλος στην άλλη άκρη της γης, το διαβάζει μετά από λίγα δευτερόλεπτα, φρέσκο και ζεστό. Εκπληκτικό. Επίσης κάθεσαι στον καναπέ σου, σχηματίζεις έναν αριθμό στο τηλέφωνο και όχι μόνο μιλάς με τον δικό σου στο εξωτερικό, αλλά τον βλέπεις ταυτόχρονα και αυτό είναι εκπληκτικό. Την ίδια στιγμή όμως, μπορεί ένας παράφρονας να πατήσει ένα κουμπί στη μια άκρη της γης και να ανατινάξει στον αέρα μια ολόκληρη περιοχή στην άλλη άκρη, σκοτώνοντας ανυποψίαστους ανθρώπους, άνδρες, γυναίκες και κυρίως παιδιά, αυτά που αποτελούν τη χαρά και την ελπίδα του κόσμου. Τρομερό.

Γι αυτό η εξέλιξη πρέπει να γίνεται βηματικά, σταδιακά, ώστε να προλαβαίνει ο άνθρωπος να τα μαθαίνει, να τα σμιλεύει και τα αφομοιώνει με τα παλιά, γιατί τα παλιά είναι τα σίγουρα, τα δοκιμασμένα. Επομένως πρέπει να προχωρούμε μπροστά, κοιτάζοντας ταυτόχρονα και πίσω στο παρελθόν. Άλλωστε, κάποιος σοφότερος από μένα έχει πει: Δεν θα δούμε μπροστά, εάν δεν κοιτάξουμε πίσω. Και ένας σύγχρονος φιλόλογος-φιλόσοφος είπε: Δεν πρέπει να αγνοούμε το παρελθόν, γιατί το παρελθόν είναι μια ολόγιομη δεξαμενή, που ο άνθρωπος αντλεί γνώσεις και εμπειρίες για να προχωρήσει προς το μέλλον.

Γι αυτό το λόγο θεωρώ ότι η παραδοσιακή μας κληρονομιά είναι πολύ σπουδαία, γιατί αυτή είναι οι ρίζες μας. Και το δέντρο στη ρίζα του στηρίζεται και με αυτήν τρέφεται. Σαν αποκόψεις τη ρίζα του δέντρου, το δέντρο μαραίνεται, ξεραίνεται, πέφτει.

Εδώ τελειώνει ο πρόλογος και προχωρήσουμε στην παρουσίαση του ημερολογίου. Βέβαια, αυτά που θα σας πω, κάποιοι τα γνωρίζετε ίσως καλύτερα από μένα. Ωστόσο, το να τα ξαναβλέπεις και να τα ξαναλές, μόνο καλό κάνει. Κακό κάνει να τα περιφρονείς και πιο πολύ κακό να τα αγνοείς.

[ Ακολουθεί η παρουσίαση του ημερολογίου, με απόψεις του λαογραφικού μουσείου Δρυοπίδας.]»

Και του χρόνου…

Χριστουγεννιάτικη παιδική γιορτή 2018

Όπως κάθε χρονιά, ο Σύνδεσμος ευχήθηκε Καλά Χριστούγεννα, Καλή Χρονιά και καλή πρόοδο στους μικρούς μας φίλους, σε μια φαντασμαγορική γιορτή.




Γέλια, φωνές παιχνίδι και δώρα για όλα τα παιδιά!!!! Δύο ανιματέρ που ανέλαβαν τη ψυχαγωγία των μικρών μας φίλων με μεγάλη επιτυχία και ο Αη Βασίλης με τον βοηθό του, που έφτασαν με απευθείας πτήση από τον Βόρειο Πόλο.

Ημερολόγιο 2019

Ξεκίνησε η διανομή του συνδεσμικού ημερολογίου 2019. Με αφορμή τη συμπλήρωση 25 ετών από τη δημιουργία του, το έτος 1993, το φετινό ημερολόγιο είναι αφιερωμένο στο Λαογραφικό Μουσείο Δρυοπίδας που  συγκαταλέγεται στα έργα του Συνδέσμου που αφορούν στον πολιτισμό, στα γράμματα και στη διάσωση της λαϊκής παράδοσης, όπως το Ηρώο Δρυοπίδας (1933) και το Δημοτικό Σχολείο (1937) και αποτελούν μέρος της σημαντικής προσφοράς του στην ιδιαίτερη πατρίδα μας.

Το Λαογραφικό μας αποτελεί σημείο αναφοράς για τη Δρυοπίδα, όχι μόνο για την καλαισθησία και τον πλούτο των εκθεμάτων του, αλλά κυρίως επειδή το μεράκι των δημιουργών του είναι φανερό σε κάθε λεπτομέρεια.

Θα τολμούσαμε να πούμε ότι το Ημερολόγιο 2019 είναι μια μικρή συλλογή στιγμιοτύπων της ζωντανής θερμιώτικης παράδοσης.

Κολυμβητικοί Αγώνες 2018 στο Αμμουδάκι

Η φετινή διοργάνωση ήταν πλουσιότατη σε συμμετοχές, καθώς, εκτός από τις γνωστές κατηγορίες των «προδέλφινων» και των «δελφινιών», εφέτος αγωνίστηκαν για τον κότινο και  αθλητές της κατηγορίας των «αιωνίων παίδων», στην οποία συμμετείχαν οι Στέφανος Λούκας, Τάνια Κολλάρου και Στέλλα Τρωγαδή, αποσπώντας δικαίως  το θερμό χειροκρότημα και τις εν χορώ επευφημίες όλων των παρευρισκομένων, τόσο κατά τον αγώνα, όσο και κατά τη διάρκεια απονομής των μεταλλίων.

Τακτική γενική συνέλευση Συνδέσμου Δρυοπιδέων 13 Μαΐου 2018

Την Κυριακή 13 Μαΐου 2018, στην Πατριωτική μας Στέγη, πραγματοποιήθηκε Τακτική Γενική Συνέλευση των μελών του Συνδέσμου Δρυοπιδέων Κύθνου (Θερμιά) με θέματα τον απολογισμό της διετίας 2016 – 2018 και τη διεξαγωγή αρχαιρεσιών.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των αρχαιρεσιών για την ανάδειξη νέου Διοικητικού Συμβουλίου και μετά τη συγκρότησή του σε σώμα,  η σύνθεση του νέου Δ.Σ. είναι η ακόλουθη:

 ΠΡΟΕΔΡΟΣ:

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΡΩΓΑΔΗΣ

ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ:

ΙΩΝΝΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ:

ΡΙΤΑ ΓΟΝΙΔΑΚΗ

ΤΑΜΙΑΣ:

ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ ΛΟΥΚΑΣ

ΜΕΛΗ:

ΑΝΝΑ ΑΝΑΠΛΙΩΤΟΥ – ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ

ΕΛΕΝΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΤΡΩΓΑΔΗΣ

ΛΥΜΠΕΡΗΣ  ΖΑΜΠΕΤΑΣ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

ΚΩΣΝΤΑΝΤΙΝΟΣ ΦΡ. ΤΖΙΩΤΑΚΗΣ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ  ΠΕΤΡΙΔΗΣ

 

ΕΞΕΛΕΓΚΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ:

ΠΡΟΕΔΡΟΣ:

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ  Ι. ΒΙΤΑΛΗΣ

ΜΕΛΗ:

ΠΑΥΛΟΣ ΜΑΜΑΣΗΣ

ΜΙΧΑΛΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

Πρωτοχρονιάτικη πίτα 2018

Την Κυριακή 14 Ιανουαρίου 2018 έγινε η καθιερωμένη κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας και η παρουσίαση του ημερολογίου έτους 2018 του Συνδέσμου μας στην Πατριωτική μας Στέγη (συμπτωματικά, ήταν Πρωτοχρονιά με το παλαιό ημερολόγιο).

Την εκδήλωση άνοιξε ο αειθαλής δάσκαλος Φραγκίσκος Τζιωτάκης (βιολί) που, μαζί με τον Γιαννούλη Γονιδάκη (λαούτο), έπαιξαν τα κάλαντα καθώς και τον «εθνικό μας ύμνο», τον Μάη και παραδοσιακούς σκοπούς.

 

 

 

Ακολούθησε αναλυτική παρουσίαση του ημερολογίου, που είναι φέτος αφιερωμένο σε κάποιες από τις θερμιώτικες πρωτιές, από την φιλόλογο Κατερίνα Λαρεντζάκη, η οποία επιμελήθηκε τα κείμενα. Η Κατερίνα μίλησε για τις πηγές της, αναφέρθηκε στο θέμα κάθε μήνα και τόνισε τη σημασία της ανάδειξης των θερμιώτικων επιτευγμάτων ως πηγή έμπνευσης. 

 

 

 

 

 

 

 

Την έκδοση του ημερολογίου επιμελήθηκε καλλιτεχνικά ο Γιώργος Καραχρήστος.

Στη συνέχεια βραβεύτηκαν οι επιτυχόντες στις πρόσφατες πανελλαδικές εξετάσεις που παρατίθενται με αλφαβητική σειρά:
Μαμάσης Νίκος του Παύλου (Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών ΕΜΠ)
Μανώλη Άννα (Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθήνας)
Μπουρίτη Κατερίνα του Γεωργίου (Ψυχολογία ΕΚΠΑ)
Πρέκας Κώστας του Αντωνίου (Μηχανικός Βιοϊατρικής Τεχνολογίας ΤΕΙ Αθήνας)
Φλώκη Ελένη του Κωνσταντίνου (Πολιτικές Επιστήμες, Πάντειο Πανεπιστήμιο).

Στην πίτα κρυβόταν ένα φλουρί που αντιπροσώπευε δώρο (χρυσαφικό), που προσέφερε ο Παύλος Μαμάσης, ενώ, για τον ανθοστολισμό της αίθουσας ο Γιάννης Φίλιππας προσέφερε δύο συνθέσεις.

Την εκδήλωση τίμησαν με την παρουσία τους οι βουλευτές Κυκλάδων Νίκος Συρμαλένιος και Αντώνης Συρίγος, ο αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας Γεώργιος Παπαγεωργίου, ο δήμαρχος Αιγάλεω Δημήτρης Μπίρμπας, ο δήμαρχος Κύθνου Σταμάτης Γαρδέρης, ο ομότιμος καθηγητής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών Νίκος Μαρτίνος, η επίτιμη πρόεδρος του Συνδέσμου Ειρήνη Μπούκη, ο πρόεδρος του συλλόγου οικιστών Κανάλας Μιχάλης Θεοδωράκης, ο πρόεδρος του συλλόγου φίλων του Αρχαιολογικού Μουσείου Κύθνου Νικόλαος Μάξιμος Κορρές,  η πρόεδρος της ένωσης Γυναικών Κύθνου Κατερίνα Φίλιππα, ο πρόεδρος του Εξωραϊστικού Συλλόγου Μέριχα Γιώργος Βαλαντάσης και πλήθος εκλεκτών συμπατριωτών μας.

Και του χρόνου!!

Χριστουγεννιάτικη παιδική γιορτή 2017

Όπως κάθε χρονιά, ο Σύνδεσμος ευχήθηκε Καλά Χριστούγεννα, Καλή Χρονιά και καλή πρόοδο στους μικρούς μας φίλους, σε μια φαντασμαγορική γιορτή με κλόουν, μπαλόνια, τον Άγιο Βασίλη αυτοπροσώπως (με τον μικρό βοηθό του) και, φυσικά, πολλά δώρα.
Και του χρόνου.