ΑΠΡΙΛΙΟΣ

Πάσχα! Η μεγαλύτερη γιορτή της Ορθοδοξίας. Ανασταίνεται ο Χριστός και μαζί του όλη η φύση. Η αυστηρή νηστεία της μεγάλης Σαρακοστής φτάνει στο τέλος της και γι’ αυτό η μετάβαση στο νέο διαιτολόγιο πρέπει να είναι βαθμιαία και προσεκτική.

«Όλη τη Μεγάλη Βδομάδα μαζεύουμε το τυρί να το κάνουμε πίττες. Το μεγάλο Σάββατο θα ζυμώσουμε το τυρί, θα σπάσουμε κάμ­ποσα αυγά, θα βάλουμε λίγη κανέλα και άνηθο και θα ζυμώσουμε τη ζύμη, θ’ ανθίζουμε φύλλα, θα πάρουμε ένα κουτάλι να τσε γε- μώσουμε τυρί… Γίνεται και γωνιακό. Αυτό είναι παλαιό. Η τσιμπιτή είναι, όπως τσε κάνουμε τώρα. Η τσιμπιτή είναι στρογγυλή και τη τσιμπάς γύρω-γύρω και γυρίζει-πάνω… Μετά θα τσε πάμε στο φούρνο, να τσε ψήσουμε, θα τσε γυρίσουμε σπίτι και θα τσε βάλουμε στη τάβλα. Την ώρα που θα σημάνει η εκκλησιά, τα μεσάνυκτα, θα δέσουμε μεσ ’ σε μια πετσέτα λίες πίττες, λία αυγά, λίο τυρί παλιό. Την ώρα που θα αναστήσει ο παππάς, θα πιάσουμε μια μπουκιά παλιό τυρί, να μη μας πιάσει η Λαμπρή». Με τυρί άρχιζε η Μεγάλη Σαρακοστή και με τυρί τελείωνε!

«Το μεγάλο Σάββατο την ώρα που θα σημάνει η καμπάνα, σφάζουμε τ’ αρνί…» (Περιγραφή από θερμιώτισσα όπως έχει καταγραφεί από τον φιλόλογο Μιχάλη Χίο). Τα παλιότερα χρόνια τις πίτες τις έφτιαχναν μόνο το Μεγάλο Σάββατο και μοσχο­βολούσε όλο το χωριό. Σήμερα πίτες φτιάχνονται όλο το χρόνο.

Πίτες του Πάσχα

Για τη γέμιση θα χρειαστούμε: 1 κιλό φρέσκο στραγγισμένο τυρί, 3 αυγά χτυπημένα, 1,5 ποτήρι ζάχαρη, ψιλοκομμένο άνη­θο, κανέλα και μια κουταλιά της σούπας αλεύρι. Σε μια λε­κάνη ανακατεύουμε καλά όλα τα υλικά μαζί.

Για τη ζύμη θα χρειαστούμε 1 κιλό αλεύρι, 1/2 κιλό γάλα, 2 αυγά και 1 κουταλιά της σούπας λάδι. Τρίβουμε το αλεύρι με το λάδι, ρίχνουμε μια πρέζα αλάτι, τ’ αυγά χτυπημένα με το γάλα και ζυμώνουμε. Ανοίγουμε μικρά φύλλα και βάζουμε πάνω τους λίγη γέμιση. Ανασηκώνουμε τις άκρες του φύλ­λου και κατά διαστήματα τις τσιμπάμε, ώστε να «κλείσει» το φύλλο και να μη χυθεί η γέμιση.

Εκτός από τις γλυκές πίτες έφτιαχναν και πίτες με κρεμμυδόφυλλο, τις «κουκουλόπιττες».

Μαγιοκουλούρα

Με το ζυμάρι που περίσσευε από τις πίτες έφτιαχναν μια κουλούρα παχιά και μεγάλη σαν ένα στεφάνι του Μάη, που την ψαλίδιζαν από πάνω, κάνοντας διάφορα σχέδια, σαν φο­λίδες (λέπια). Έπλαθαν δυο χοντρά κορδόνια από ζυμάρι και με αυτά σχημάτιζαν πάνω από την κουλούρα ένα σταυρό. Στο κέντρο στερέωναν ένα κόκκινο αυγό. Αφού την έψηναν, την άφηναν να ξεραθεί για να την φάνε τον Μάη. Επειδή ήταν μπαγιάτικη έλεγαν «να την φας για να μη σε γκανίσουν οι γαδάροι», δηλαδή να μη σε πιάσει η τεμπελιά και σε κοροϊ­δεύουν τα γαϊδούρια, γιατί το θέρος που ξεκινά το Μάη δεν σηκώνει τεμπελιά!

Πουλαράκια με το κόκκινο αυγό

Με το ζυμάρι που περίσσευε από τις πίτες έφτιαχναν ακό­μη και πουλαράκια για τα παιδιά. Τα ’πλαθαν στο σχήμα μιας μικρής φρατζόλας και στερέωναν πάνω τους ένα κόκκινο αυγό, με δυο κορδόνια από ζυμάρι σε σχήμα σταυρού, και τα ψηναν στο φούρνο. (Πουλαρό λέγεται αυτό που έχει μακρόστενο σχήμα).

Αρνί στον φούρνο με πατάτες

Το απομεσήμερο του Μ. Σαββάτου έβαζαν στον φούρνο να ψηθεί ένα μέρος από τ’ αρνί με πατάτες, για να το φάνε μετά την Ανάσταση. Το ταψί με το ψητό το ’παιρναν από τον φούρ­νο μετά το Χριστός Ανέστη.

Αρνί σύγλινο

Το αρνί που περίσσευε από το Πάσχα, για να το διατηρή­σουν, το έκαναν σύγλινο και τό ’χαν και το ’τρωγαν όλη την εβδομάδα. Αυτό το σύγλινο ήταν νοστημότερο από το αντίστοιχο χοιρινό.

Έκοβαν το αρνί κομμάτια και το έβαζαν σε ένα καζάνι να βράσει σε σιγανή φωτιά μέσα στο δικό του το λίπος (τη γλί­να). Αφού έμενε μόνο με το λίπος του, το άφηναν και κέρωνε (κρύωνε το λίπος και έπηζε οπότε γινόταν σαν κερί). Το αρνί το σύγλινο το ’τρωγαν κρύο ή τηγανητό με αυγά ή το ’καναν κοκκινιστό (γιαχνί) με πατάτες ή με μακαρόνια ή με ρύζι.

Την Παρασκευή μετά το Πάσχα, της Χρυσοπής (της Χρυ- σοπηγής) που είναι το τοπικό πανηγύρι της Δρυοπίδας, πή­γαιναν στην Κανάλα παίρνοντας μαζί τους αρνί σύγλινο που το τηγάνιζαν μ’ αυγά στην κουζίνα των κελιών της Κανάλας και μοσχοβολούσε όλος ο τόπος.

Αρνί σύγλινο γιαχνί με πατάτες

Τσιγαρίζουμε ένα ψιλοκομμένο κρεμμύδι, το κρέας και τις πατάτες κομμένες σε κομμάτια. Προσθέτουμε τις ντομάτες (ή πελτέ αραιωμένο σ’ ένα ποτήρι νερό), αλάτι και πιπέρι και τ’ αφήνουμε να βράσουν.

Τίποτε δεν πήγαινε χαμένο από το αρνί. Τα συκωτάκια τα ’καναν τηγανητά. Τις κοιλιές και τα ποδαράκια τα ’βραζαν και τα έκαναν σούπα (πατσάς) που τον έτρωγαν είτε με σκορ­δοστούμπι (σκόρδο κοπανισμένο, στουμπισμένο με ξίδι) είτε με αυγολέμονο. Τ’ άντερα (τ’ αντερούλια) τα γυρίζανε τα μέσα έξω μ’ ένα στρογγυλό και λεπτό ξυλαράκι (ή μ’ ένα κλαρά­κι αλυγαριάς). Τα πλένανε καλά και τα «χτύπαγαν» σε μια τσανάκα με λεμόνι και αλάτι για να ξεμυρίσουν και ν’ ασπρί­σουν. Στη συνέχεια τα ’κοβαν κομματάκια και τα τηγάνιζαν για λίγο, σε καυτό λάδι. Τα ’τρωγαν σκέτα ή έριχναν και αυγά χτυπημένα και τα ’καναν ομελέτα. Μερικές νοικοκυρές πριν τα μαγειρέψουν τα νερόβραζαν για να μαλακώσουν.

Από το Ημερολόγιο έτους  2009 του Συνδέσμου